Άλλες παθήσεις μυοσκελετικού

Η χρόνια υποτροπιάζουσα πολυεστιακή οστεομυελίτιδα (CRMO, Chronic Recurrent Multifocal Osteomyelitis) ή χρόνια μη βακτηριακή οστεομυελίτιδα (CNO, Chronic Non-bacterial Osteitis) είναι μια πάθηση η οποία εκδηλώνεται σε παιδιά και εφήβους, και χαρακτηρίζεται από φλεγμονώδεις βλάβες που επηρεάζουν κυρίως την περιοχή των μεταφύσεων των μακρών οστών, την κλείδα, τη σπονδυλική στήλη και τα οστά της πυέλου. Οι ασθενείς συνήθως παραπονιούνται για πόνο των οστών ή των αρθρώσεων. Ως εκ τούτου, η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει νεανική ιδιοπαθή αρθρίτιδα και βακτηριακή οστεομυελίτιδα η οποία είναι μια λοίμωξη των οστών. Εκτός από τον πόνο στα οστά και την διόγκωση της περιοχής, σε κάποιες περιπτώσεις εκδηλώνεται πυρετός.  Επιπλέον, άλλα όργανα όπως το δέρμα, τα μάτια, ο γαστρεντερικός σωλήνας και οι αρθρώσεις μπορούν να επηρεαστούν αφού η νόσος συχνά συνυπάρχει σε ασθενής με αρθρίτιδα, ψωρίαση ή φλεγμονώδη νόσο του εντέρου. Τα συμπτώματα μπορεί να έχουν μια χρόνια ή επαναλαμβανόμενη πορεία με εξάρσεις και υφέσεις.

Η συχνότητα της CRMO/CNO δεν έχει μελετηθεί λεπτομερώς, ωστόσο τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται όλο και πιο συχνά. H συνηθέστερη ηλικία εμφάνισης είναι  7 – 12 χρόνια και είναι πιο συχνή στα κορίτσια από ότι στα αγόρια. Η αιτία της νόσου είναι άγνωστη αλλά πιστεύεται ότι συνδέεται με μια διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος. Παράγοντες όπως το κλίμα και η διατροφή δε φαίνεται να επηρεάζουν την εκδήλωση ή την πορεία της νόσου. Κληρονομικότητα δεν έχει αποδειχθεί και μόνο μια μειοψηφία των περιπτώσεων φαίνεται να έχει συσχέτιση με την οικογένεια. Η ασθένεια δεν είναι μεταδοτική και στις βλάβες δεν εντοπίζονται λοιμώδεις παράγοντες όπως βακτήρια. Για αυτό το λόγο η CRMO θεωρείται άσηπτη φλεγμονή.

Συμπτώματα

Ο τύπος της εμπλοκής των οστών, η διάρκεια και η σοβαρότητα των συμπτωμάτων ποικίλλουν από ασθενή σε ασθενή, αλλά ακόμη και στο ίδιο παιδί μπορεί να υπάρχουν μεταβολές από περίοδο σε περίοδο με προσβολή διαφορετικών περιοχών. Στους ενήλικες, η ασθένεια ονομάστηκε σύνδρομο SAPHO από τα αρχικά για αρθρίτιδα (Synovitis), ακμή (Ance), φλύκταινα (Postulosis – δηλαδή φυσαλιδώδης βλάβες), υπερoστέωση (Hyperostosis δηλαδή υπετροφία ενός οστού) και οστεΐτιδα (Osteitis). Γενικά, η CRMO/CNO στα παιδιά μοιάζει με αυτό που παρατηρείται στους ενήλικες και έχει θεωρηθεί ως παιδιατρική και εφηβική εκδοχή του συνδρόμου SAPHO. Ωστόσο, ορισμένα χαρακτηριστικά της νόσου, όπως η εμπλοκή του δέρματος (ψωρίαση, φλύκταινες, ακμή) και η προσβολή της σπονδυλική στήλης, τη λεκάνης και του θωρακικού τοίχωματος είναι συχνότερα στους ενήλικες.

Διάγνωση

Η υποψία της διάγνωσης τίθεται με τα χαρακτηριστικά ευρήματα στον απεικονιστικό έλεγχο (ακτινογραφία, μαγνητική) ενώ συχνά μπορεί να απαιτηθεί και βιοψία του οστού προκειμένου να αποκλειστούν άλλες αίτιες των οστικών αλλοιώσεων.

Θεραπεία

Για τη θεραπεία της CRMO/CNO έχουν χρησιμοποιηθεί με πολύ καλά αποτελέσματα πολλά από τα φάρμακα που χρησιμοποιούμε για τη θεραπεία της Νεανικής Ιδιοπαθούς Αρθρίτιδας, όπως τα ΜΣΑΦ, η Μεθοτρεξάτη, η Σουλφασαλαζίνη και οι νεότεροι βιολογικοί παράγοντες, καθώς και φάρμακα κατά της οστεοπόρωσης (διφωσφωνικά).

Πρόγνωση

Η πρόγνωση των ασθενών είναι γενικά καλή παρότι μπορεί να υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί στη δραστηριότητα ειδικά μετά από βιοψία οστού ή εάν συνυπάρχει αρθρίτιδα. Συνήθως, δεν υπάρχει λόγος να περιορίζεται η συνολική σωματική δραστηριότητα για οποιοδήποτε άλλο λόγο.

Στον παρακάτω σύνδεσμο θα βρείτε την παρουσίαση της ομιλίας μου για τη Χρόνια Μη Βακτηριακή Οστεομυελίτιδα στα πλαίσια της συμμετοχής μου ως ομιλητή στο 5ο Θερινό Σχολείο Ακτινολογίας Μυοσκελετικού. Η εξαιρετική αυτή εκπαιδευτική εκδήλωση διεξήχθει από τις 31/05 ως και τις 20/06/2024 στο Ηράκλειο, Κρήτης υπό την επιστημονική αιγίδα του Πανεπιστημίου Κρήτης.

 

Για να δείτε την παρουσίαση κάντε κλικ εδώ

Το σύνδρομο ενεργοποίησης μακροφάγων (MAS/Macrophage Activation Syndrome), επίσης γνωστό ως δευτεροπαθής αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση (sHLH/secondary Hemophagocytic Lymphohistiocytosis), είναι μια σοβαρή και δυνητικά θανατηφόρα επιπλοκή της συστηματικής Νεανικής Ιδιοπαθούς Αρθρίτιδας (σΝΙΑ) καθώς και άλλων αυτοάνοσων νοσημάτων (π.χ, Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος, Νόσος Kawasaki και άλλα). Εκδηλώνεται ως και στο 10% των ασθενών με σΝΙΑ ενώ ένα μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών με σΝΙΑ έχει υποκλινικά χαρακτηριστικά του συνδρόμου. Το MAS είναι αποτέλεσμα ανεξέλεγκτης ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού στα πλαίσια του υποκείμενου νοσήματος, με τελική συνέπεια τον πολλαπλασιασμό και ενεργοποίηση των T-λεμφοκυττάρων και των Μακροφάγων (κύτταρα του ανοσοποιητικού), τα οποία διηθούν το μυελό των οστών (που είναι το όργανο παραγωγής του αίματος).

Συμπτώματα

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις του MAS είναι ο πυρετός που επιμένει. Καθότι το MAS σχετίζεται με τη σΝΙΑ σε περιόδους έξαρσεις παρατηρούνται και συμπτώματα έξαρσης της σΝΙΑ όπως αρθρίτιδα, εξάνθημα ή συμπτώματα άλλης υποκείμενης  αυτοάνοσης νόσου που μπορεί να οδηγήσει σε MAS. Άλλο χαρακτηριστικό εύρημα είναι η μειωμένη παραγωγή κυττάρων του αίματος, όπως λευκά αιμοσφαίρια προκαλώντας λευκοπενία, ερυθρά αιμοσφαίρια προκαλώντας αναιμία και αιμοπετάλια προκαλώντας θρομβοπενία, μελανιές ή αιμορραγία. Επίσης, μπορεί να διηθηθούν όργανα όπως ο σπλήνας και το ήπαρ και να παρατηρηθεί ηπατομεγαλία και σπληνομεγαλία.

Διάγνωση

Η υποψία της διάγνωσης θα τεθεί σε ένα ασθενή με σΝΙΑ ή άλλο υποκείμενο νόσημα ο οποίος προσέρχεται με έξαρση των συμπτωμάτων της νόσου τα οποία επιμένουν παρά την αγωγή που λαμβάνει ο ασθενής. Επίσης, το MAS μπορεί ακόμα και να αποτελέσει την πρώτη εκδήλωση της  σΝΙΑ. Οι πιο συχνές κλινικές εκδηλώσεις είναι ο πυρετός που επιμένει για πολλές ημέρες, λεμφαδενοπάθεια, ηπατομεγαλία, σπληνομεγαλία και σημεία όπως μελανιές ή αιμορραγία. Για τη διάγνωση χρησιμοποιούνται συγκεκριμένες εργαστηριακές εξετάσεις όπως μια γενική εξέταση αίματος, στην οποία αναμένεται χαμηλός αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων, χαμηλός αριθμός αιμοπεταλίων και αναιμία, αυξημένες ηπατικές τρανσαμινάσες, αυξημένα τριγλυκερίδια, υψηλές τιμές φερριτίνης και άλλες πιο εξειδικευμένες εξετάσεις. Για τη διάγνωση συχνά πραγματοποιείται εξέταση μυελού των οστών στην οποία πολύ συχνά αλλά όχι πάντα αναδεικνύεται αιμοφαγοκυττάρωση (καταστροφή) των κυττάρων του μυελού από άλλα κύτταρα του ανοσοποιητικού.

Έδω θα πρέπει να διαφοροποιήσουμε το MAS από άλλες αιτίες δευτεροπαθούς αιμοφαγοκυτταρικής λεμφοϊστιοκυττάρωσης, στα πλαίσια μια άλλης υποκείμενης νόσου και όχι της σΝΙΑ, όπως για παράδειγμα μια λοίμωξη ή μια αιματολογική κακοηθεία. Στις περιπτώσεις αυτές τα κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα είναι ίδια με του MAS, αλλά η αίτια αυτών των συμπτωμάτων καθώς και η αντιμετώπιση διαφέρουν. Επίσης, το MAS θα πρέπει να διαχωριστεί από την πρωτοπαθή αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση (HLH), νόσος η οποία εμφανίζεται κυρίως σε βρέφη κάτω του 1 έτους. Το HLH σχετίζεται με συγκεκριμένες γενετικές μεταλλάξεις οι οποίες κατά βάση συνδέονται με βλάβες σε διάφορα επίπεδα της λειτουργίας του ανοσοποιητικού που έχουν σαν αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη ενεργοποίησή του. Οι ασθενείς αυτοί θα αντιμετωπιστούν από αιματολογόγους με εμπειρία στην αντιμετώπιση του HLH.

Θεραπεία

Η επιλογή των φαρμάκων για τη αντιμετώπιση του MAS εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία καθώς και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων. Σε κάθε περίπτωση κεντρική θέση στον έλεγχο των συμπτωμάτων είχε η χρήση κορτικοστεροειδών. Στις περιπτώσεις που οφείλεται σε απώλεια ελέγχου των συμπτωμάτων της σΝΙΑ και οι εκδηλώσεις του MAS είναι ήπιες, απαιτείται επίταση της θεραπειας για τη σΝΙΑ. Στις περιπτώσεις πιο βαριάς εικόνας χρησιμοποιούνται για κάποιο χρονικό διάστημα ανοσοτροποιητικά φάρμακα όπως κυκλοσπορίνη, ενδοφλέβια γ-σφαιρίνη, αναστολείς ιντερλευκίνης – 1 ή ακόμα και ενα χημειοθεραπευτικό φάρμακο που λέγεται ετοποσίδη.

Με αφετηρία το Μάρτιο του 2020, κατά τη διάρκεια της πανδημίας και κυρίως κατά τους χειμερινούς ψυχρούς μήνες πολλά παιδιά, κυρίως έφηβοι, εμφάνισαν στα δάκτυλα των ποδιών αλλά και των χεριών μεταβολές στο χρώμα του δέρματος με τη μορφή ερυθρότητας ή κυάνωσης. Μαζί με τις αλλαγές στο χρώμα του δέρματος παρουσιάστηκε διόγκωση των δακτύλων και ενίοτε κνησμός αλλά και φυσαλιδώδεις βλάβες. Αυτό αφορούσε είτε όλα τα δάκτυλα είτε μεμονωμένα δάκτυλα. Οι βλάβες αυτές προσομοίαζαν με χείμετλα (χιονίστρες) και καθότι η αυξημένη συχνότητα εμφάνισής τους συνδυάστηκε με την πανδημία θεωρήθηκε πως εκλυτικός παράγοντας ήταν η λοίμωξη από COVID-19.

Οι χιονίστρες είναι βλάβες που εμφανίζονται στα δάκτυλα των χεριών και των ποδιών κυρίως τους χειμερινούς μήνες μετά από έκθεση σε ψύχος και μπορεί να διαρκέσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μπορεί να αποτελούν είτε ένα μεμονωμένο φαινόμενο, είτε να είναι σύμπτωμα μιας άλλης συστηματικής πάθησης. Συνεπώς, οι ασθενείς που εμφανίζουν χιονίστρες συνήθως υποβάλλονται σε έλεγχο για κάποιο υποκείμενο νόσημα.

Παρότι οι βλάβες αυτές εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας, στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν επιβεβαιώθηκε μόλυνση από COVID-19, καθότι οι περισσότεροι ασθενείς είχαν αρνητική PCR ή δεν είχαν αναπτύξει αντισώματα έναντι του COVID-19, παρότι οι περισσότεροι είχαν κάποια επαφή με τον ιό. Έτσι, θεωρήθηκε ότι τα δάκτυλα COVID όπως αρχικά ονομάστηκαν, είναι ένα επιφαινόμενο της πανδημίας χωρίς να υπάρχει κάποια εξήγηση ή ενδεχομένως να είναι συνέπεια της αλλαγής του τρόπου ζωής που περιλαμβάνει παραμονή στο σπίτι, λιγότερη έκθεση στο φως και λιγότερη σωματική άσκηση.

Ωστόσο, το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουν προκύψει κάποια επιστημονικά δεδομένα που πιθανόν να εξηγούν το φαινόμενο. Σε βιοψίες βλαβών αυτών των ασθενών διαπιστώθηκε η παρουσία της πρωτεΐνης S του κωρονοϊού. Επιπλέον, στις βιοψίες διαπιστώθηκε η αυξημένη παρουσία κάποιων κυττάρων του ανοσοποιητικού (δενδριτικά κύτταρα), τα οποία σχετίζονται με την ενεργοποιήση συγκεκριμένων μονοπατιών φλεγμονής που αποδεδειγμένα σχετίζονται με την εμφάνιση χειμέτλων. Επίσης, είναι γνωστό ότι το δέρμα είναι ιστός πλούσιος στον υποδοχέα ACE II, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την είσοδο του ιού στα κύτταρα, συνδεόμενος με την πρωτεΐνη S.

Με βάση αυτά τα δεδομένα έχει διατυπωθεί μια θεωρία σχετικά με την εμφάνιση των δακτύλων COVID, σύμφωνα με την οποία οι ασθενείς έχουν έρθει σε επαφή με τον ιό, ωστόσο δεν έχουν μολυνθεί, καθότι ο ιός έχει ‘’καθαριστεί’’ στην περιοχή του ρινικού βλεννογόνου. Ωστόσο, τμήμα του ιού ή και ολόκληρος ο ιός ταξιδεύει αιματογενώς στο δέρμα, όπου προσδένεται στο πλούσιο σε υποδοχείς ACE II δέρμα. Με επιπλέον εκλυτικό παράγοντα το κρύο, προσελκύονται ειδικά κύτταρα του ανοσοποιητικού τα οποία ενεργοποιούν συγκεκριμένα μονοπάτια φλεγμονής και οδηγούμαστε τελικά στην εκδήλωση των δακτύλων COVID η κλινική εικόνα των οποίων ομοιάζει με τα γνωστά μας χείμετλα (χιόνιστρες).